Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Οικολογικά υλικά και ποιος πληρώνει το λογαριασμό;

Διάβαζα προχθές, το ενδιαφέρον ιστολόγιο του φίλου και συνάδελφου Θοδωρή Μαρίνη, ο οποίος καταγράφει ένα ενδιαφέρον έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη: την επισκευή μίας παλιάς πέτρινης κατοικίας και την επέκταση της με χρήση, μεταξύ άλλων, και ωμόπλινθων σε τμήμα της τοιχοποιίας. Στο έργο αυτό είχα μία μικρή συνεισφορά, ακριβώς στο κομμάτι των τοίχων από πηλό, την οποία θα περιγράψουμε εν καιρώ. Στο τελευταίο του post λοιπόν ο συνάδελφος, αναρωτιέται αν έχουν νόημα τα οικολογικά συντηρητικά ξύλου, ώντας πιο ακριβα και μην έχοντας δοκιμαστεί στο χρόνο. Πρόκειται για ένα συνηθισμένο δίλημμα: έχει νόημα να πληρώσουμε κάποια λεφτά παραπάνω για οικοδομικά υλικά (ας περιοριστούμε σε αυτά) τα οποία (ας δεχτούμε ότι) έχουν καλύτερη ενεργειακή συμπεριφορά ή δεν περιέχουν βλαβερές ουσίες ή έχουν παραχθεί με διαδικασίες που δεν βλάπτουν το περιβάλλον; Το έζησα και εγώ οταν χρειάστηκε να επιλέξω υλικά κατά τη διάρκεια της κατασκευής του πλίνθινου σπιτιού στην Κάτω Ελάτη.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι τέτοιου τύπου ερωτήματα είναι εντελώς ανεπίκαιρα σήμερα που η οικοδομή είναι τελείως νεκρή, η πλειοψηφία του κόσμου τα φέρνει βόλτα δύσκολα και τα μισά σπίτια δεν είναι σε θέση ούτε να αποκτήσουν πετρέλαιο για να ζεσταθούν. Από την άλλη όλο και συχνότερα θα ακούμε για κτίρια μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης για συστήματα ενεργειακής αξιολόγησης κτιρίων (LEED, passive house κλπ). Φεύγοντας από το χώρο της οικοδομής, κάνοντας μία βόλτα στο σούπερμάρκετ θα δούμε προιόντα που υπόσχονται ότι είναι “φιλικά στο περιβάλλον”. Έννοιες όπως “πράσινο” προιόν, “βιοκλιματική ανάπλαση” και “αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής” έχουν γίνει λέξεις πασπαρτού και κολλάνε παντού. Συνεπώς θα πρέπει να ορίσουμε κάποια ορθολογικά κριτήρια για το πότε έχει νόημα να εμπιστευτεί κανείς υλικά που πλασάρονται σαν οικολογικά.
  Ας περιοριστούμε λοιπόν στα κτίρια. Mπορεί να διαβάσει κανείς σε ξένα, κυρίως, περιοδικά και blog για κατοικίες οι οποίες προσπαθούν να είναι απόλυτα οικολογικές, να χρησιμοποιούν φυσικά δομικά υλικά που να μην περιέχουν PVC και θεωρούνται επικίνδυνα για την υγεία και έχουν υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα. Σε μία τέτοια λογική εντάσσονται και τα δύο έργα που αναφέρω στην αρχή. Επίσης συχνά μας ρωτούν σαν μηχανικούς, ποιο σύστημα θέρμανσης είναι καλύτερο, ποιο υλικό θα συστήναμε για θερμομόνωση τοίχων ή στεγών, αν είναι καλύτερα τα κουφώματα αλουμινίου ή τα πλαστικά ή μήπως τα ξύλινα, ποιο χρώμα είναι καλύτερο για την υγεία κλπ. Με βάση αυστηρά τις αρχές της φυσικής δόμησης θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τις απαντήσεις μονοσήμαντες π.χ. ξύλινα κουφώματα, θερμομόνωση από μαλλί προβάτου ή ξυλόμαλλο και κάποιο σύστημα θέρμανσης με πέλετ ή αντλίες θερμότητας και χρώματα από φυσικά υλικά χωρίς οργανικούς διαλύτες. Καταπληκτικά. Έλα όμως που ορισμένες περιπτώσεις οι “πράσινες” λύσεις είναι αρκετά πιο ακριβές από τις συμβατικές, ενώ κάποιες φορές έχουν χειρότερη ενεργειακή συμπεριφορά ή είναι ευάλωτα στις καιρικές συνθήκες.
Κάποια παραδείγματα: 
  • στο πλίνθινο σπίτι που αναφέρω πιο πάνω, εξέτασα το ενδεχόμενο στην θερμομόνωση της στέγης να τοποθετήσω εντελώς φυσικό υλικό και συγκεκριμένα ίνες ξύλλου. Βρήκα όμως στην τοπική αγορά ένα αρκετά πιο συμβατικό υλικό, τις πλάκες από ίνες πολυεστέρα οι οποίες εξασφάλιζαν πλήρη διαπνοή, καλύτερη αντίσταση στη θερμική αγωγιμότητα για το ίδιο πάχος (το γνωστό λ) και ευκολία στην τοποθέτηση, ενώ κόστιζαν σχεδόν το μισό. Γιατί να επιλέξω το ακριβότερο φυσικό υλικό με μόνο κριτήριο ότι έχει χαμηλότερο ενεργειακό αποτύπωμα;
  • συχνά με καλούν σε σπίτια που έχουν χρόνια να θερμανθούν, κτισμένα χωρίς καμία θερμομόνωση, όπου εδώ και χρόνια η πολυκατοικία δεν βάζει πετρέλαιο και προσπαθούν να ξοδέψουν μέρος των μικρών οικονομιών του, για μειώσουν κάπως τις ανάγκες σε θέρμανση με εξωτερική θερμομόνωση. Η βέλτιστη οικολογικά λύση, αυτή τη στιγμή, είναι ο πετροβάμβακας, γιατί έχει χαμηλότερο ενεργειακό αποτύπωμα και επιτρέπει τη διαπνοή. Πώς να πεις όμως το προτείνεις αυτό στον πελάτη, όταν γνωρίζεις ότι είναι κάπως πιο ακριβό, ενώ δεν έχει μελετηθεί σε βάθος χρόνου η συμπεριφορά του σοβά στην υγρασία, από την οποία θα υποφέρει ο πετροβάμβακας.
  • και τέλος, πώς να πείσεις ένα κάτοικο του χωριού που έχει ένα παραδοσιακό σπίτι και θέλει να αλλάξει κουφώματα, να προτιμήσει ξύλινα γιατί δεν θα αλλιώσει το χρώμα του χωριού και η βιομηχανία αλουμινίου καταναλώνει πολύ ενέργεια, ξέρωντας ότι το κόστος των ξύλινων κουφωμάτων θα είναι σημαντικά μεγαλύτερο;

 Ποιος πληρώνει λοιπόν το έξτρα κόστος και πότε αξίζει τον κόπο; Noμίζω ότι από την παρουσίαση των διλημμάτων που αναφέρω παραπάνω, προκύπτουν κάποια κριτήρια:
Η πρώτη περίπτωση και η ευκολότερη, είναι όταν το ερώτημα έχει να κάνει καθαρά με την ενεργειακή κατανάλωση. Κλασικό παράδειγμα η εξωτερική θερμομόνωση ή η αλλαγή συστήματος θέρμανσης. Εκεί τα πράγματα είναι απλά, υπολόγιζεις σε γενικές γραμμές την εξοικονόμηση, το κόστος της επέμβασης και υπολογίζεις χρόνο απόσβεσης. Βέβαια πάντα η απάντηση είναι πιο σύνθετη γιατί π.χ ένα σπίτι που πλέον θερμομονώνεται και θα πληρώνει λιγότερα για θέρμανση, θα την χρησιμοποιεί περισσότερη ώρα (το λεγόμενο rebound effect),  αλλά ακόμα και έτσι θα απολαμβάνει βελτιωμένη θερμική άνεση. Πάντως γενικά, σε αυτές τις περιπτώσεις τα κουκιά είναι μετρημένα.
Το πράγμα περιπλέκεται όταν οι αποφάσεις δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, όταν παραδείγματος έχουμε να κάνουμε με χρώματα ή προστασία ξύλου ή όταν κάποιος δεν ενδιαφέρεται απλά για την ενεργειακή κατανάλωση, αλλά και για θέματα όπως η διαπνοή ή ηχομόνωση κλπ. Εδώ η απόφαση δεν μπορεί παρά να είναι υποκειμενική. Στην περίπτωση του σπιτιού στην Κάτω Ελάτη επέλεξα να πληρώσω κάτι παραπάνω για χρωματισμούς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι θα επιτυγχάνουν πλήρη διαπνοή (απαραίτητο σε πλίνθινη τοιχοποιία) με κριτήριο καί την αισθητική. Από την άλλη υπάρχουν σήμερα μία πληθώρα προιόντων με χαμηλό αριθμό πτητικών οργανικών ενώσεων (τα γνωστά VOC)  και με νερό σαν διαλύτη. Ακόμα και αν κατασκευάζονται με μεθόδους που βλάπτουν το περιβάλλον δεν βλέπω το λόγο γιατί να πληρώσει το επιπλέον κόστος ο μεμονωμένος ιδιώτης
Και έχουμε και την τελευταία περίπτωση που μιλάμε για επιλογές οι οποίες δεν επηρεάζουν ούτε την ενεργειακή συμπεριφορά, ούτε την υγεία του εσωτερικού χώρου ή τέλως πάντων αυτό δεν είναι ξεκάθαρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα συνθετικά κουφώματα σε σχέση με τα αλουμινένια ή τα “φυσικά” θερμομονωτικά ή άλλα δομικά υλικά. Στην πρώτη περίπτωση αν ξεχάσουμε το θέμα της αισθητικής και της εξοικείωσης με το υλικό, έχουμε να κάνουμε με μία λύση η οποία έχει πολύ μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα (τα συνθετικά κουφώματα), αλλά καλύτερη ενεργειακή συμπεριφορά για μικρότερο κόστος, ενώ πέρα από το γεγονός ότι είναι τοξικό όταν καίγεται είναι ασαφές ακόμα οποιαδήποτε άλλη βλάβη που να προκαλεί στην υγεία. Τα φυσικά θερμομονωτικά επίσης συνήθως είναι ακριβότερα ακόμα, συνήθως έρχονται από το εξωτερικό, ενώ πολλά από αυτά όπως το ξυλόμαλλο έχουμε πολύ χαμηλές θερμομονωτικές ιδιότητες. Με βάση τον ΚΕΝΑΚ, ο οποίος μπορεί να έχει τις ατέλειες του αλλά ορθώς αναγκάζει τα κτίρια να βελτιώσουν την θερμομόνωση τους, ένα σπίτι με ξυλόμαλλο θα χρειαζόνταν τεράστια πάχη θερμομόνωσης για να είναι εντός ορίων.
Οπότε πιο είναι το συμπέρασμα; Πρέπει να γίνουμε κυνικοί, αναζητώντας το καλύτερο value for money; Κάθε άλλο. Ωστόσο πιστεύω ότι η ιδιότητα μας ως πολίτες δεν ταυτίζεται με αυτή του καταναλωτή. Δεν μπορεί να περιορίζεται η οικολογικη ή γενικότερη κοινωνική μας ευαισθησία μας με την καταναλωτική μας συμπεριφορά. Ο καθένας μας οφείλει να ενημερώνεται για περιβαλλοντικά θέματα και να πιέζει, με όποιον τρόπο θεωρεί σκόπιμο, τις κυβερνήσεις για να προστατεύεται το περιβάλλον και να αυστηροποιούνται συνεχώς τα κριτήρια για το ποιά δομικά υλικά μπορούν να θεωρούνται ασφαλή. Από την άλλη, αν ταυτίζουμε την οικολογική δόμηση με ελιτίστικες κατασκευές και λύσεις που απευθύνονται σε λίγους, απλά βοηθάμε να αναπαράγεται η κακή εικόνα που έχει ο κόσμος για τους “οικολόγους” (παρεπιπτόντως ποτε δεν νιώθω άνετα όσες φορές με αποκαλούν έτσι). Νομίζω σαν μηχανικοί με περιβαλλοντικές ανησυχίες πρέπει να προτείνουμε τη βέλτιστη λύση, κάθε φορά με βάση τις συνθήκες του έργου, το διαθέσιμο προυλογισμό, αλλά και τα γούστα και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του πελάτη και όχι να τους υποβάλλουμε σε περιττά κόστη για να υπηρετήσουμε μία ελιτίστικη κοσμοθεωρία.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι έργα που επιτυγχάνουν πράγματι να ακολουθήσουν τις αρχές της οικολογικής δόμησης δεν είναι άξια λόγου ή ότι δεν πρέπει να δοθούν κίνητρα για να είναι πιο προσιτά τα "οικολογικά" υλικά, ιδιαίτερα σε αυτούς που το έχουν ανάγκη.