Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Νέα ημερίδα με τίτλο "Δόμηση με χώμα" στο ΕΜΠ


 Οι "Μηχανικοί της Γης" συνεχίζουν τη σειρά παρουσιάσεων και διαλέξεων με τίτλο "Δόμηση με χώμα" την Παρασκευή 18/7 στο Εργαστήριο Τεχνικών Υλικών στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου στις 15.30. Πέρα από το θεωρητικό κομμάτι των παρουσιάσεων, θα υπάρξει και πρακτική εφαρμογή, αφού θα κατασκευαστούν ενδεικτικά κάποιοι ωμόπλινθοι και ένα μικρό τοιχάριο από τσατμά. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης:

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Μαθήματα σκίασης.


  Η σκίαση είναι κάτι που υποτιμούμε συχνά στο σχεδιασμό ενός κτιρίου. Ωστόσο είναι εντυπωσιακό τί αποτελέσματα μπορούν να έχουν πολύ απλές παρεμβάσεις. Ας δούμε για παράδειγμα το κτίριο αυτό,  από το οποίο πέρασα τυχαία πριν λίγες μέρες.
Στον πρώτο όροφο της νότιας όψης (αριστερά όπως το βλέπουμε) υπάρχει ένα παράθυρο το οποίο δεν έχει καμία σκίαση και μία μπαλκονόπορτα, η οποία σκιάζεται από μία μικρή προεξοχή 30-40 εκ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 22 Μαίου στις 12 το μεσημέρι περίπου. Η μικρή αυτή λοιπόν προεξοχή είναι ικανή να σκιάσει το σύνολο σχεδόν της μπαλκονόπορτας τη στιγμή ακριβώς που το έχουμε ανάγκη, το μεσημέρι του καλοκαιριού. 
Περιττό να προσθέσουμε το πόσο σκιάζεται ο τοίχος και τα παράθυρα του ισογείου, από το μπαλκόνι, μήκους περίπου 1μ.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Το σύστημα περιβαλλοντικής πιστοποίησης κτιρίων LEED.


   Τις προηγούμενες βδομάδες μελετούσα το σύστημα πιστοποίησης κτιρίων LEED, επιτυγχάνοντας στις εξετάσεις για τον τίτλο του LEED AP BD+C, που αποδεικνύει τη γνώση του συστήματος στους τομείς των νέων κατασκευών, των εκτεταμμένων ανακαινίσεων και των σχολείων. Με αφορμή λοιπόν αυτή την ενασχόληση θα γράψω δυο λόγια για το σύστημα LEED και τις εξετάσεις του.
Ξεκινώντας να σημειώσω, για επίδοξους μηχανικούς και αρχιτέκτονες που μπορεί να ενδιαφέρονται, πως η όλη διαδικασία των εξετάσεων είναι αρκετά απαιτητική σε κόπο και χρήμα, ενώ τουλάχιστον για την ώρα είναι αμφίβολη η αξιοποίηση του στην ελληνική αγορά (νομίζω έχει πιστοποιηθεί ένα κτίριο και κάποια ακόμα βρίσκονται στη διαδικασία). Από την άλλη μελετώντας κανείς την ύλη των εξετάσεων και παρακολουθώντας webinars και άρθρα σχετικά με την οικολογική δόμηση (κάτι που είναι υποχρεωτικό για να διατηρήσει τον τίτλο του LEED AP και την κατώτερη βαθμίδα του LEED GA (green associate)) αποκτάει πολλές γνώσεις πάνω στο αντικείμενο, τις οποίες ακόμα και αν δεν τις αξιοποιήσει στην πιστοποίηση ενός κτιρίου σαν LEED certified, σίγουρα θα τον βοηθήσουν ευρύτερα. Για όποιον μπερδεύτηκε με όρους και αρκτικόλεξα, είναι απόλυτα λογικό και μένα μου πήρε πολύ καιρό να βγάλω άκρη, αλλά σκοπός της ανάρτησης δεν είναι να βάλω τάξη σε αυτό το χάος, αλλά να περιγράψω σε αδρές γραμμές τη φιλοσοφία του συστήματος αυτού.
Στόχος αυτού του συστήματος λοιπόν, είναι να μπορέσει να ποσοτικοποιήσει και να αντικειμενικοποιήσει το πόσο “πράσινο” είναι κάποιο κτίριο. Eίναι εθελοντικό και απευθύνεται στην αγορά ακινήτων, προσπαθώντας να αυξήσει την εμπορική αξία των κτιρίων που πιστοποιούνται, αυξάνοντας το πρεστίζ τους και αποδεικνύοντας στο χρήστη πως θα απολαμβάνει μικρότερα κόστη λειτουργίας και καλύτερο εσωτερικό περιβάλλον.
Υπάρχουν τέσσερεις  διαβαθμίσεις  LEED certified, silver, gold και platinum,  ανάλογα με τα credits που κερδίζει κάθε κτίριο. Ανάλογα με τη χρήση του κτιρίου υπάρχουν οι κατηγορίες: Leed for new constructions, Leed for Schools, Leed for existing buildings: operations and maintenance κοκ. Τα  credits χωρίζονται σε 5 τμήματα: το πρώτο ονομάζεται sustainable sites και αφορά στην επιλογή οικοπέδου, στην ποσότητα και το είδος της αδόμητης επιφάνειας, στα όμβρια νερά και τη φωτορύπανση. Το δεύτερο αφορά στη χρήση του νερού, το τρίτο στην ενεργειακή του συμπεριφορά, το τέταρτο στα υλικά που χρησιμοποιούνται και το πέμπτο στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα. Βλέπουμε ότι εξετάζει δηλαδή το κτίριο πιο ολιστικά και όχι μονοσήμαντα με κριτήριο το πόσο ενέργεια καταναλώνει, όπως ο ΚΕΝΑΚ ή το πολυδιαφημισμένο passivhaus. αλλά εξετάζοντας και πόση κατανάλωση ενέργειας προκαλεί έμμεσα, ωθώντας τους χρήστες να ταξιδέψουν μακρινές αποστάσεις με το ΙΧ τους, ή χρησιμοποιώντας μη ανακυκλώσιμα υλικά ή ξύλα που προέρχονται απο τροπικά δάση. Επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι δίνει πολύ υψηλή βαθμολογία σε κτίρια που κτίζονται εντός του αστικού ιστού και δεν ασκούν πίεση σε αδόμητες εκτάσεις, ενώ εξετάζει λεπτομερώς και την κατανάλωση σε νερό (αν και με μικρότερη βαρύτητα απ’ ότι στο παρελθόν). Tέλος πολύ σημαντικό είναι ότι δίνει βαρύτητα και κίνητρο ώστε να χρησιμοποιούνται υλικά επαναχρησιμοποιημένα, με ανακυκλωμένο υλικό, φυτικής ή ζωικής φύσης (π.χ. φελλός, μαλλί) και βαφές και βερνίκια με λίγοα VOC, επιτυγχάνοντας βελτιωμένη εσωτερική ποιότητα αέρα για τους χρήστες του κτιρίου.
Έχει ασκηθεί έντονη κριτική κατά καιρούς στο LEED, εν μέρει όχι άδικα. Η διαδικασία γίνεται με βάση σχέδια και έντυπα και κρίνεται αποκεντρωμένα, χωρίς να γίνεται αυτοψία στο χώρο (με εξαίρεση το LEED Homes, το οποίο ακολουθεί τελείως διαφορετική μεθοδολογία την οποία αγνοώ και δεν εφαρμόζεται εκτός Β. Αμερικής). Κάποια από τα credits θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για τα μάτια του κόσμου και είτε να μείνουν κενό γράμμα, είτε να αποσυρθούν μετά από κάποιο καιρό, π.χ. η θέση στάθμευσης ποδηλάτων ή τα κίνητρα για στάθμευση οχημάτων με εναλλακτικά καύσιμα. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι προσθέτουν μία πολύ γραφειοκρατική διαδικασία με το ανάλογο κόστος, ενώ μέρος των credits δεν είναι εύκολο να επιτευχθούν σε αναπτυσσόμενες χώρες, που δεν έχουν το επίπεδο πιστοποίησης και αυτοματοποίησης των προιόντων όπως της ΗΠΑ. Τα παραπάνω ισχύουν, ωστόσο η γνώμη μου είναι ότι τα συγκεκριμένα credits δίνουν πολύ λίγους βαθμούς συγκριτικά και ένα κτίριο σωστά σχεδιασμένο και όχι κτισμένο μακριά από τον αστικό ιστό, μπορεί να πετύχει εύκολα αρκετούς πόντους. Η βασικότερη κριτική μου είναι ότι αν και υπάρχει η έννοια του regional priority, κάποια credits δηλαδή που δίνουν έξτρα πόντους, ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή που είναι κτισμένο το project, η βαθμολογία είναι αρκετά άκαμπτη και θα έπρεπε να αντιμετωπίζει τα κτίρια με διαφορετικό μάτι, ανάλογα με το πού είναι κτισμένα. Για παράδειγμα το credit με τίτλο water use reduction, θα είχε κομβική σημασία για ένα ξενοδοχείο στις Κυκλάδες, πολύ περισσότερη και από την ενεργειακή του συμπεριφορά, αφού το χειμώνα δεν χρησιμοποιείται και το καλοκαίρι το μελτέμι κάνει τη χρήση του κλιματιστικού προαιρετική. Ωστόσο αντιμετωπίζεται πάνω κάτω με την ίδια βαρύτητα με ένα κτίριο γραφείων στο Λονδίνο, όπου τέλως πάντων το νερό δεν είναι και σε έλλειψη και το κλίμα και η χρήση υπολογιστών και φωτισμού κάνει απαραίτητη τη θέρμανση το χειμώνα και την ψύξη το καλοκαίρι. Παρ’ όλα αυτά ο τρόπος που αντιμετωπίζει το LEED το κτίριο από την κατασκευή του μέχρι το τέλος ζωής του, αλλά και το ότι μελετά όχι μόνο το κτίριο αλλά και τα σκουπίδια και τις μετακινήσεις που παράγει, είναι αρκετά πλήρης και ισορροπημένος.
Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει, ότι όσα κτίρια LEED και να πιστοποιηθούν, θα παραμένουν μειοψηφία, οπότε η συμβολή τους στη μείωση των εκπομπών CO2 θα είναι μικρή. Σίγουρα αυτό είναι αλήθεια και από μόνη της η πιστοποίηση κάποιων κτιρίων δεν μπορεί να κάνει και πολλά, αν δεν συνοδευτεί με αυστηροποίηση των κανονισμών (όπως ο δικός μας ΚΕΝΑΚ), με παράλληλη παροχή οικονομικών κινήτρων στα κτίρια που απευθύνονται σε χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ώστε να μπορούν να πετύχουν τα αυξημένες απαιτήσεις. Ωστόσο συστήματα πιστοποίησης σαν το LEED βοηθούν ώστε να βρούνε πρακτική εφαρμογή πρωτοποριακές τεχνικές και προιόντα, να δοκιμαστούν στην πράξη και να μειωθεί το κόστος τους. Ταυτόχρονα η αξιολόγηση της πραγματικής συμπεριφοράς κτιρίων που έχουν πιστοποιηθεί, δίνει τη δυνατότητα να κριθούν τα συστήματα αυτά, ώστε να μπορούν βελτιωθούν και τμήματα τους να ενσωματωθούν στην υποχρωτική τεχνική νομοθεσία.
Για περισσότερες πληροφορίες στο site του usgbc

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Ξεροβούνι Ευβοίας.




 Τον περασμένο μήνα με τον ΣΦΟΣΠ Κρυστάλλης, πήγαμε στο Ξεροβούνι της Εύβοιας. Ένα σχετικά άγνωστο βουνό, αφού επισκιάζεται από τη γειτονική Δίρφυ, με την οποία χωρίζεται με ένα διάσελο. Αν και υπολείπεται σε υψόμετρο και δυσκολία ανάβασης σε σχέση με το δημοφιλή του γείτονα, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ομορφιά της πορείας και τη ποικιλομορφία του τοπίου. Ενώ η Δίρφυς είναι ουσιαστικά ένας μεμονωμένος κώνος, πολύ δύσκολο να τον ανέβεις το χειμώνα κυρίως λόγω καιρικών συνθηκών, το Ξεροβούνι έχει ορθοπλαγιές, εσωτερικές κοιλάδες, κάποια μικρά βράχινα περάσματα και μια κορυφογραμμή με φανταστική θέα και γεμάτη δολίνες. "Μικρά Βαρδούσια" τα χαρακτήρισε εύστοχα κάποιος από την ομάδα, "Dolomiti Jr" θα συμπλήρωνα εγώ. Αν και έχει υψόμετρο μόνο 1450μ, το βουνό έχει έναν αλπικό χαρακτήρα ασυνήθιστο για το ύψος του.
Οι ακτίνες του πρωινού ήλιου

Πέτρες παντού

 Ξεκινήσαμε από το διάσελο που ενώνει τα δύο βουνά, συνεχίσαμε για 1 ώρα σε όμορφο ελατόδασος, μέχρι που βγήκαμε σε ξέφωτο και αντικρύσαμε τη σάρα που μας χώριζε από την κορυφογραμμη. Αφού τραβερσάραμε τη σάρα και βγήκαμε ψηλά, διαπιστώσαμε ότι στην πραγματικότητα, πως από την κορυφογραμμή μας χώριζε μία κοιλάδα την οποία έπρεπε να κατεβούμε και να ξανανεβούμε. Η πρόσβαση στην κορυφογραμμή γίνεται από ένα εύκολο βράχινο πέρασμα, το οποίο δίνει ένα ενδιαφέρον στη διαδρομή και σταματάει πριν γίνει κουραστικό ή επικίνδυνο. Κοντά στο λούκι είναι η προκορυφή των 1415 μέτρων, την οποία  ευτυχώς πετύχαμε με σχετικά λίγο αέρα και φοβερή διαύγεια. Από την κυρίως κορυφή μας χώριζε 1 ώρα πορείας μέσα από δολίνες, οπότε αποφασίσαμε να επιστρέψουμε, επιλέγοντας εναλλακτική διαδρομή τραβερσάροντας τη σάρα στη νότια πλαγιά του βουνού. Η ανυπαρξία ξεκάθαρου μονοπατιού και το σαρθρό ανάγλυφο μας κούρασε, η θέα και η εναλλακτική διαδρομή μας αποζημίωσε. Η πορεία έγινε με ήλιο και χωρίς να βρούμε καθόλου χιόνι.
Η κοιλάδα όπως φαίνεται από το λούκι της κορυφογραμμής

To κολωνάκι της κορυφής και μία δολίνη

Η θέα από τη σάρα της νότιας πλευράς

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Οικολογικά υλικά και ποιος πληρώνει το λογαριασμό;

Διάβαζα προχθές, το ενδιαφέρον ιστολόγιο του φίλου και συνάδελφου Θοδωρή Μαρίνη, ο οποίος καταγράφει ένα ενδιαφέρον έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη: την επισκευή μίας παλιάς πέτρινης κατοικίας και την επέκταση της με χρήση, μεταξύ άλλων, και ωμόπλινθων σε τμήμα της τοιχοποιίας. Στο έργο αυτό είχα μία μικρή συνεισφορά, ακριβώς στο κομμάτι των τοίχων από πηλό, την οποία θα περιγράψουμε εν καιρώ. Στο τελευταίο του post λοιπόν ο συνάδελφος, αναρωτιέται αν έχουν νόημα τα οικολογικά συντηρητικά ξύλου, ώντας πιο ακριβα και μην έχοντας δοκιμαστεί στο χρόνο. Πρόκειται για ένα συνηθισμένο δίλημμα: έχει νόημα να πληρώσουμε κάποια λεφτά παραπάνω για οικοδομικά υλικά (ας περιοριστούμε σε αυτά) τα οποία (ας δεχτούμε ότι) έχουν καλύτερη ενεργειακή συμπεριφορά ή δεν περιέχουν βλαβερές ουσίες ή έχουν παραχθεί με διαδικασίες που δεν βλάπτουν το περιβάλλον; Το έζησα και εγώ οταν χρειάστηκε να επιλέξω υλικά κατά τη διάρκεια της κατασκευής του πλίνθινου σπιτιού στην Κάτω Ελάτη.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι τέτοιου τύπου ερωτήματα είναι εντελώς ανεπίκαιρα σήμερα που η οικοδομή είναι τελείως νεκρή, η πλειοψηφία του κόσμου τα φέρνει βόλτα δύσκολα και τα μισά σπίτια δεν είναι σε θέση ούτε να αποκτήσουν πετρέλαιο για να ζεσταθούν. Από την άλλη όλο και συχνότερα θα ακούμε για κτίρια μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης για συστήματα ενεργειακής αξιολόγησης κτιρίων (LEED, passive house κλπ). Φεύγοντας από το χώρο της οικοδομής, κάνοντας μία βόλτα στο σούπερμάρκετ θα δούμε προιόντα που υπόσχονται ότι είναι “φιλικά στο περιβάλλον”. Έννοιες όπως “πράσινο” προιόν, “βιοκλιματική ανάπλαση” και “αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής” έχουν γίνει λέξεις πασπαρτού και κολλάνε παντού. Συνεπώς θα πρέπει να ορίσουμε κάποια ορθολογικά κριτήρια για το πότε έχει νόημα να εμπιστευτεί κανείς υλικά που πλασάρονται σαν οικολογικά.
  Ας περιοριστούμε λοιπόν στα κτίρια. Mπορεί να διαβάσει κανείς σε ξένα, κυρίως, περιοδικά και blog για κατοικίες οι οποίες προσπαθούν να είναι απόλυτα οικολογικές, να χρησιμοποιούν φυσικά δομικά υλικά που να μην περιέχουν PVC και θεωρούνται επικίνδυνα για την υγεία και έχουν υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα. Σε μία τέτοια λογική εντάσσονται και τα δύο έργα που αναφέρω στην αρχή. Επίσης συχνά μας ρωτούν σαν μηχανικούς, ποιο σύστημα θέρμανσης είναι καλύτερο, ποιο υλικό θα συστήναμε για θερμομόνωση τοίχων ή στεγών, αν είναι καλύτερα τα κουφώματα αλουμινίου ή τα πλαστικά ή μήπως τα ξύλινα, ποιο χρώμα είναι καλύτερο για την υγεία κλπ. Με βάση αυστηρά τις αρχές της φυσικής δόμησης θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τις απαντήσεις μονοσήμαντες π.χ. ξύλινα κουφώματα, θερμομόνωση από μαλλί προβάτου ή ξυλόμαλλο και κάποιο σύστημα θέρμανσης με πέλετ ή αντλίες θερμότητας και χρώματα από φυσικά υλικά χωρίς οργανικούς διαλύτες. Καταπληκτικά. Έλα όμως που ορισμένες περιπτώσεις οι “πράσινες” λύσεις είναι αρκετά πιο ακριβές από τις συμβατικές, ενώ κάποιες φορές έχουν χειρότερη ενεργειακή συμπεριφορά ή είναι ευάλωτα στις καιρικές συνθήκες.
Κάποια παραδείγματα: 
  • στο πλίνθινο σπίτι που αναφέρω πιο πάνω, εξέτασα το ενδεχόμενο στην θερμομόνωση της στέγης να τοποθετήσω εντελώς φυσικό υλικό και συγκεκριμένα ίνες ξύλλου. Βρήκα όμως στην τοπική αγορά ένα αρκετά πιο συμβατικό υλικό, τις πλάκες από ίνες πολυεστέρα οι οποίες εξασφάλιζαν πλήρη διαπνοή, καλύτερη αντίσταση στη θερμική αγωγιμότητα για το ίδιο πάχος (το γνωστό λ) και ευκολία στην τοποθέτηση, ενώ κόστιζαν σχεδόν το μισό. Γιατί να επιλέξω το ακριβότερο φυσικό υλικό με μόνο κριτήριο ότι έχει χαμηλότερο ενεργειακό αποτύπωμα;
  • συχνά με καλούν σε σπίτια που έχουν χρόνια να θερμανθούν, κτισμένα χωρίς καμία θερμομόνωση, όπου εδώ και χρόνια η πολυκατοικία δεν βάζει πετρέλαιο και προσπαθούν να ξοδέψουν μέρος των μικρών οικονομιών του, για μειώσουν κάπως τις ανάγκες σε θέρμανση με εξωτερική θερμομόνωση. Η βέλτιστη οικολογικά λύση, αυτή τη στιγμή, είναι ο πετροβάμβακας, γιατί έχει χαμηλότερο ενεργειακό αποτύπωμα και επιτρέπει τη διαπνοή. Πώς να πεις όμως το προτείνεις αυτό στον πελάτη, όταν γνωρίζεις ότι είναι κάπως πιο ακριβό, ενώ δεν έχει μελετηθεί σε βάθος χρόνου η συμπεριφορά του σοβά στην υγρασία, από την οποία θα υποφέρει ο πετροβάμβακας.
  • και τέλος, πώς να πείσεις ένα κάτοικο του χωριού που έχει ένα παραδοσιακό σπίτι και θέλει να αλλάξει κουφώματα, να προτιμήσει ξύλινα γιατί δεν θα αλλιώσει το χρώμα του χωριού και η βιομηχανία αλουμινίου καταναλώνει πολύ ενέργεια, ξέρωντας ότι το κόστος των ξύλινων κουφωμάτων θα είναι σημαντικά μεγαλύτερο;

 Ποιος πληρώνει λοιπόν το έξτρα κόστος και πότε αξίζει τον κόπο; Noμίζω ότι από την παρουσίαση των διλημμάτων που αναφέρω παραπάνω, προκύπτουν κάποια κριτήρια:
Η πρώτη περίπτωση και η ευκολότερη, είναι όταν το ερώτημα έχει να κάνει καθαρά με την ενεργειακή κατανάλωση. Κλασικό παράδειγμα η εξωτερική θερμομόνωση ή η αλλαγή συστήματος θέρμανσης. Εκεί τα πράγματα είναι απλά, υπολόγιζεις σε γενικές γραμμές την εξοικονόμηση, το κόστος της επέμβασης και υπολογίζεις χρόνο απόσβεσης. Βέβαια πάντα η απάντηση είναι πιο σύνθετη γιατί π.χ ένα σπίτι που πλέον θερμομονώνεται και θα πληρώνει λιγότερα για θέρμανση, θα την χρησιμοποιεί περισσότερη ώρα (το λεγόμενο rebound effect),  αλλά ακόμα και έτσι θα απολαμβάνει βελτιωμένη θερμική άνεση. Πάντως γενικά, σε αυτές τις περιπτώσεις τα κουκιά είναι μετρημένα.
Το πράγμα περιπλέκεται όταν οι αποφάσεις δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, όταν παραδείγματος έχουμε να κάνουμε με χρώματα ή προστασία ξύλου ή όταν κάποιος δεν ενδιαφέρεται απλά για την ενεργειακή κατανάλωση, αλλά και για θέματα όπως η διαπνοή ή ηχομόνωση κλπ. Εδώ η απόφαση δεν μπορεί παρά να είναι υποκειμενική. Στην περίπτωση του σπιτιού στην Κάτω Ελάτη επέλεξα να πληρώσω κάτι παραπάνω για χρωματισμούς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι θα επιτυγχάνουν πλήρη διαπνοή (απαραίτητο σε πλίνθινη τοιχοποιία) με κριτήριο καί την αισθητική. Από την άλλη υπάρχουν σήμερα μία πληθώρα προιόντων με χαμηλό αριθμό πτητικών οργανικών ενώσεων (τα γνωστά VOC)  και με νερό σαν διαλύτη. Ακόμα και αν κατασκευάζονται με μεθόδους που βλάπτουν το περιβάλλον δεν βλέπω το λόγο γιατί να πληρώσει το επιπλέον κόστος ο μεμονωμένος ιδιώτης
Και έχουμε και την τελευταία περίπτωση που μιλάμε για επιλογές οι οποίες δεν επηρεάζουν ούτε την ενεργειακή συμπεριφορά, ούτε την υγεία του εσωτερικού χώρου ή τέλως πάντων αυτό δεν είναι ξεκάθαρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα συνθετικά κουφώματα σε σχέση με τα αλουμινένια ή τα “φυσικά” θερμομονωτικά ή άλλα δομικά υλικά. Στην πρώτη περίπτωση αν ξεχάσουμε το θέμα της αισθητικής και της εξοικείωσης με το υλικό, έχουμε να κάνουμε με μία λύση η οποία έχει πολύ μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα (τα συνθετικά κουφώματα), αλλά καλύτερη ενεργειακή συμπεριφορά για μικρότερο κόστος, ενώ πέρα από το γεγονός ότι είναι τοξικό όταν καίγεται είναι ασαφές ακόμα οποιαδήποτε άλλη βλάβη που να προκαλεί στην υγεία. Τα φυσικά θερμομονωτικά επίσης συνήθως είναι ακριβότερα ακόμα, συνήθως έρχονται από το εξωτερικό, ενώ πολλά από αυτά όπως το ξυλόμαλλο έχουμε πολύ χαμηλές θερμομονωτικές ιδιότητες. Με βάση τον ΚΕΝΑΚ, ο οποίος μπορεί να έχει τις ατέλειες του αλλά ορθώς αναγκάζει τα κτίρια να βελτιώσουν την θερμομόνωση τους, ένα σπίτι με ξυλόμαλλο θα χρειαζόνταν τεράστια πάχη θερμομόνωσης για να είναι εντός ορίων.
Οπότε πιο είναι το συμπέρασμα; Πρέπει να γίνουμε κυνικοί, αναζητώντας το καλύτερο value for money; Κάθε άλλο. Ωστόσο πιστεύω ότι η ιδιότητα μας ως πολίτες δεν ταυτίζεται με αυτή του καταναλωτή. Δεν μπορεί να περιορίζεται η οικολογικη ή γενικότερη κοινωνική μας ευαισθησία μας με την καταναλωτική μας συμπεριφορά. Ο καθένας μας οφείλει να ενημερώνεται για περιβαλλοντικά θέματα και να πιέζει, με όποιον τρόπο θεωρεί σκόπιμο, τις κυβερνήσεις για να προστατεύεται το περιβάλλον και να αυστηροποιούνται συνεχώς τα κριτήρια για το ποιά δομικά υλικά μπορούν να θεωρούνται ασφαλή. Από την άλλη, αν ταυτίζουμε την οικολογική δόμηση με ελιτίστικες κατασκευές και λύσεις που απευθύνονται σε λίγους, απλά βοηθάμε να αναπαράγεται η κακή εικόνα που έχει ο κόσμος για τους “οικολόγους” (παρεπιπτόντως ποτε δεν νιώθω άνετα όσες φορές με αποκαλούν έτσι). Νομίζω σαν μηχανικοί με περιβαλλοντικές ανησυχίες πρέπει να προτείνουμε τη βέλτιστη λύση, κάθε φορά με βάση τις συνθήκες του έργου, το διαθέσιμο προυλογισμό, αλλά και τα γούστα και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του πελάτη και όχι να τους υποβάλλουμε σε περιττά κόστη για να υπηρετήσουμε μία ελιτίστικη κοσμοθεωρία.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι έργα που επιτυγχάνουν πράγματι να ακολουθήσουν τις αρχές της οικολογικής δόμησης δεν είναι άξια λόγου ή ότι δεν πρέπει να δοθούν κίνητρα για να είναι πιο προσιτά τα "οικολογικά" υλικά, ιδιαίτερα σε αυτούς που το έχουν ανάγκη.