Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Trekking στους Δολομίτες.



   Για χρόνια σχεδίαζα το ταξίδι που κατόρθωσα να κάνω τον περασμένο Αύγουστο. Ένα trekking στους Δολομίτες. Από το περασμένο φθινόπωρο είχα αρχίσει την έρευνα (βιβλία, ιστοσελίδες, μαρτυρίες φίλων που έχουν πάει). Από τον Ιούνιο η διαδρομή σε γενικές γραμμές είχε καθοριστεί και οι διανυκτερεύσεις στα καταφύγια είχαν κλείσει. Ο κίνδυνος του να φτάσεις και να βρεις το καταφύγιο γεμάτο μεγάλος και το είχαμε ζήσει ήδη στα Πυρηναία. Οπότε τα ταξίδι μπορεί να υστερούσε σε ανεμελιά και να έλειπε η λογική του "πάμε και βλέπουμε", ωστόσο η όλη εμπειρία άξιζε τον κόπο.

Εικόνα από την Κορτίνα
   Στους Δολομίτες οι πεζοπορικές διαδρομές που μπορεί να κάνει κανείς είναι άπειρες, χώρια οι ferrata, αναρριχητικές διαδρομές με σταθερά σκοινιά. Συνεπώς η επιλογή της διαδρομής δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Επιλέξαμε με δύο βασικά κριτήρια: η διαδρομή να είναι προσβάσιμη με μέσα μαζικής μεταφοράς για να μην χρειαστεί να νοικιάσουμε αυτοκίνητο και εκτοξευθεί το κόστος και το επίπεδο δυσκολίας να μην είναι μεγάλο, για δύο πεζοπόρους μέσης εμπειρίας τουλάχιστον. Για αυτό καταλήξαμε σε μία κυκλική διαδρομή η οποία ξεκινούσε και κατέληγε στην Cortina d' Ampezzo, ένα τουριστικό θέρετρο με εύκολη πρόσβαση από το αεροδρόμιο της Βενετίας. Ενδιάμεσα δύο διανυκτερεύσεις σε καταφύγια και μία διαδρομή που κινείται σε υψόμετρο 1500-1300-2000(πρώτη διανυκτέρευση)-2300-1900 (δεύτερη διανυκτέρευση)-800.




   Η πρώτη μέρα περιελάμβανε το κουραστικό ταξίδι μέχρι την Κορτίνα. Ξύπνημα χαράματα, πολύ πρωινή πτήση, 4ωρη αναμονή στο πολύβουο αεροδρόμια της Βενετίας, 3ωρο ταξίδι με πούλμαν, μίση ώρα αναμονή στο σταθμό της Κορτίνα, τοπικό λεωφορείο και άφιξη στο Πόκολ, ένα μικρό χωριό όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο μας. 7 το βράδυ 15 ώρες μετά την αναχώριση από το σπίτι και η πρόκληση του να φας κάτι πρόχειρο και να κοιμηθείς είναι μεγάλη. Ωστόσο η περιέργεια του επιστρέψουμε για να δούμε την Κορτίνα (είναι που τη θυμόμαστε και από το Ροζ Πάνθηρα) και να αγοράσουμε χάρτες για τη διαδρομή νικάει. Η Κορτίνα λοιπόν, αν και πανάκριβη, είναι γοητευτική. Δεν υπάρχει ακραία επίδειξη πλούτου και ακριβά αμάξια (τουλάχιστον τον Αύγουστο που είνα off season), ενώ σε σχέση με τα ελληνικά και ξένα νεόκτιστα χειμερινά θέρετρα έχει άλλο αέρα και ατμόσφαιρα. Μιλάμε για το πρώτο χειμερινό θέρετρο στον κόσμο με ξενοδοχεία από τα τέλη του 19ου αιώνα. Καμία σχέση με τις κακόγουστες πολυκατοικίες ή τα σαλέ που βλέπει κανείς στις Αλπεις στα Πυρηναία, την Αράχοβα ή το Καιμάκ(sic!). Mέχρι εκεί όμως ο βασικός λόγος του να είσαι εκεί, είναι για να φύγεις για τα καταφύγια.

Το Croda da Lago, όπως φαίνετα
 από το ξενοδοχείο στο Pocol

  Αφού ξυπνήσουμε και πάρουμε ένα γερό πρωινό ξεκινάμε από το ξενοδοχείο που βρίσκεται ακριβώς στην αρχή του μονοπατιού που διαλέξαμε, οπότε κερδίζουμε πολύτιμο χρόνο. Το μονοπάτι την πρώτη ώρα κινείται κοντά σε κατοικημένες περιοχές, περνάει δίπλα από μία τεχνητή λίμνη, ένα καταφύγιο-ταβέρνα δίπλα σε μία άλλη μικρή αλπική λίμνη μέσα σε δάσος και μία πηγή. Όμορφα τοπία, ωστόσο ο ήχος των μηχανών που κατευθύνονται προς το Passo Giau δεν σε αφήνουν να νιώσεις ότι είσαι σε παρθένα περιοχή. Κάποιο στιγμή μπαίνουμε στο κατ' εξοχήν μονοπάτι που κινείται σε όμορφο δάσος κωνωφώρων. Θα μπορούσε να είναι τοπίο σε ελληνικό βουνό, μόνο που έχω την εντύπωση ότι οι ανηφόρες είναι λίγο πιο απότομες από τα αντίστοχα ελληνικά μονοπάτια. Μπορεί να είναι και ιδέα μου, ίσως το μονοπάτι φτιάχτηκε κυρίως για downhill. Ξαφνικά στο πρώτο ξέφωτο εμφανίζονται τα πρώτα βράχια. Σταματώ για φωτογραφία και με μία επιδέξια κίνηση χάνω πoλωτικό και ένα ουδέτερο φίλτρο μαζί. Είναι μάταιο να το ψάξω βρίσκονται μέτρα χαμηλότερα. Όμορφα ξεκινήσαμε...


H πρώτη φυσική λίμνη που συναντήσαμε
Η τεχνητή λίμνη κοντά στο Pocol







 Η λίμνη και το Croda da Lago
   Η ανηφόρα συνεχίζεται μέσα σε μονοπάτι που περπατάμε ολομόναχοι και σύντομα φτάνουμε στο οροπέδιο όπου βρίσκεται η αλπική λίμνη και το καταφύγιο που θα διανυκτερεύσουμε. Πλέον δεν είμαστε μόνοι μας. Δεκάδες άτομα από διάφορες χώρες που έχουν έρθει από άλλα μονοπάτια, με ποδήλατα ή τζιπ-ταξί για να κάνουν πικνικ στη λίμνη ή να πιουν μπύρα έξω από το καταφύγιο Palmieri - Croda da lago.
H ώρα είναι 1 το μεσημέρι, έχουμε αρκετή ώρα να βολτάρουμε στη λίμνη και στο οροπέδιο, χαζεύοντας τις κορυφές Croda da lago και Becco di mezzodi. H θέα είναι μαγευτική, η θερμοκρασία ευχάριστη, το νερό στη λίμνη παγωμένο, τόσο ώστε να μην μετανιώνουμε που ξεχάσαμε το μαγιό. Για ώρα ξαπλώνουμε στο χορτάρι, χαλαρώνοντας. Το μόνο που διακόπτει την ηρεμία και το τοπίο χωρίς κανένα ανθρώπινο ίχνος, είναι τρία ελικόπτερα το όποια μεταφέρουν προφανώς τους celebrities επιβάτες του στη Μarmolada ή κάπου αλλού. Για λίγες στιγμές όπως τα βλέπω να έρχονται προς εμάς και εμείς να βρισκόμαστε σε ένα ξέφωτο στο οροπέδιο νιώθω ότι παίζω στο Platoon. Η ώρα περνά γρήγορα και στις 7 σερβίρεται το δείπνο. Είναι ότι χρειάζεται εκείνη την ώρα, σπαγγέτι alli oglio και λουκάνικο με polenta, πουρές από καλαμποκάλευρο, πολύ σύνηθες σε όλη την Αδριατική. Κρασάκι και σκέψεις: είμαστε όντως σε καταφύγιο, αυτό που κάνουμε είναι όντως πεζοπορία; Ναι, είναι όντως καταφύγιο που θυμίζει περισσότερο τα παλιά χάνια πριν επικρατήσουν τα μηχανοκίνητα μέσα. Ένας χώρος που σερβίρεται άφθονο φαγητό σε άνθρωπους που έχουν περπατήσει πολύ και το ίδιο θα κάνουν και την επόμενη μέρα. Οι οποίοι άνθρωποι είναι από διάφορες χώρες και διάφορες ηλικίες (με έμβαση στις πάνω από 50 και δευτερευόντως στις γύρω στις 30-40) κάνουν αυτό που κάνει μία (μειοψηφική σίγουρα, αλλά σεβαστή) μερίδα κόσμου: διακοπές στο βουνό που συνδιάζονται με κάποιας μορφής πεζοπορία. Αφού το λύσαμε και αυτό και πείσαμε τον εαυτό μας ότι κάνουμε κάτι ζόρικο πάμε για ύπνο. Κοιτώνας 15 ατόμων, ροχαλητό σε τετραφωνία, ελαφριά ποδαρίλα, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ και πουθενά. 
To καταφύγιο Palmieri - Croda da Lago


Ξημέρωμα στο  Croda da Lago
   Το πρώτο φως του ήλιου μου θυμίζει ότι θα υπάρχουν έξω ωραίες ευκαιρίες για φωτογραφία, οπότε σηκώνομαι πριν τις 7 που σερβίρεται το πρωινό, το οποίο φαίνεται περιττό εφόσον δεν έχει χωνευτεί το βραδινό, ωστόσο ακολουθούν 6 ώρες καθαρή πορεία και 14 χιλιόμετρα. Για αυτό ας εκμεταλλευτούμε το ζυμωτό ψωμί και το υπέροχο μέλι (από Αυστρία αν καταλαβαίνω καλά). Ξεκινάμε πρώτοι από όλο το καταφύγιο για να είμαστε μόνοι στη διαδρομή. Ωστόσο σε μία ώρα που φτάνουμε ένα διάσελο στα 2300 (που θα είναι και το ψηλότερο σημείο της διαδρομής) μας προσπερνάνε δύο εικοσάχρονοι Γερμανοί που γνωρίσαμε την προηγούμενη μέρα και μία παρέα 60χρονων Ιταλών, εκ των οποίων τον ένα δεν τον είδα κάποια στιγμή το προηγούμενο βράδυ να μην καπνίζει. Συνειδητοποιούμε για πολλοστή φορά ότι κάποιοι λαοί είναι προσαρμοσμένοι σε κάποια πεδία και εμείς στο ορεινό υστερούμε και τους αφήνουμε να περάσουμε για αν απολαύσουμε τη διαδρομή μόνοι μας. Η οποία στις επόμενες 2 ώρες δικαιώνει απόλυτα την απόφαση μας να έρθουμε μέχρι εκεί. Αλπικά λιβάδια με αγελάδες ελεύθερης βοσκής, όλες οι κορυφές σε πλήρη διάταξη (στο βάθος και η Μarmolada με τον παγετώνα της), μονοπάτι που κινείται σε ισουψή ανεβοκατεβαίνοντας κινούμενο σε σάρα, σε λιβάδι, σε δάσος. Τέλεια, η διαδρομή μέχρι το rifugio citta di fiume,  το καλύτερο κομμάτι της διαδρομής. 

Λίγο πριν το διάσελο
Το Croda da lago αφού έχουμε μπει στην αλπική ζώνη




Kατεβαίνοντας για το Citta di fiume
   


 Citta di Fiume

Pelmo και Pelmetto
  Το εν λόγω καταφύγιο είναι όμορφο, αλλά εύκολα προσβάσιμο από το δρόμο (15 λεπτά από το πάρκινγκ και τον επαρχιακό δρόμο), οπότε πάλι βρισκόμαστε με αρκετό κόσμο και μία μακρινή βουή από μηχανοκίνητα οχήματα. Το επόμενο κομμάτι της διαδρομής (1,5 ώρα) κινείται σε σάρα στη βάση του βουνού Pelmo. Μετά το refugio Staulanza το οποίο βρίσκεται πάνω στο δρόμο και πιο πολύ θυμίζει ξενοδοχείο, συνεχίζουμε να τραβερσάρουμε το Pelmo από τη νότια πλευρά αυτή τη φορά. Για αρκετή ώρα κινούμαστε σε πυκνό δάσος, στα ξέφωτο ξεχωρίζουμε το Pelmo στα αριστερά μας και το Civetta στα δεξιά. Στη συνέχεια το μονοπάτι γίνεται πιο πλατύ και μπαίνουμε σε δάσος με χαμηλότερα δέντρα (πυρκαγιά, χιονοστιβάδα, κάτι άλλο;). Πιο μονότονη διαδρομή, αλλά εντυπωσιακή θέα από Pelmo και το λούκι που το χωρίζει από το Pelmetto. O ήλιος γίνεται αφόρητος αφού δεν υπάρχει σκιά για δείγμα, ευτυχώς βρίσκουμε τις πηγές από ένα ποταμάκι και μόλις καβατζάρουμε και πιάσουμε τη ανατολική πλευρά του Pelmo, o καιρός αλλάζει ραγδαία. Αέρας, συννεφιά και το καταφύγιο πουθενά στον ορίζοντα. Βάζουμε αδιάβροχα γιατί ακολουθεί ένα κάπως εκτεθειμένο κομμάτι που δεν είναι να σταματάς, και συνεχίζουμε. Η κούραση και η βαρεμάρα του "πότε φτάνουμε;" ως γνωστόν κορυφώνεται όταν ξεσπάει η μπόρα. Για ένα δεκάλεπτο νιώθω ευτυχής που έφερα αδιάβροχο, αλλά και αγωνία για το αν η απόφαση να μην πάρουμε πλάστικό κάλυμμα για τα σακίδια σε μία εξοργιστική τιμή στην Κορτίνα, ήταν μοιραία ή όχι. Τελικά φτάνουμε στο Rifugio Venezia, όπου μας περιμένει μία ευχάριστη έκπληξη. Έχοντας κλείσει νωρίς δωμάτιο, μας είχαν βάλει σε δίκλινο με θέα το Pelmo. 
Ξημέρωμα στο Pelmo
   To Rifugio Venezia ήταν το πιο όμορφο από όσα είδαμε, με θέα στο Pelmo και τα γύρω βούνα, το πιο ορειβατικό γιατί δεν είχε εύκολη πρόσβαση και ήταν βάση για το γύρo του Pelmo που απ' ότι λένε απαιτεί scrabbling ή/και χρήση σκοινιών. Επίσης το φαγητό ήταν πιο λιτό ή έτσι μας φάνηκε, γεγονός που επέτεινε την αίσθηση του καταφυγίου. Γρήγορα πίσω στις κουκέτες του δίκλινου για να κοιμηθούμε από τις 9 και να καταφέρουμε να κοιμηθούμε 9 (εννιά) ώρες, δεν νομίζω ότι θα καταφέρω ποτέ να κοιμηθώ περισσότερο σε καταφύγιο. Το πρωινό ξύπνημα μας φανέρωσε ένα θέαμα μαγευτικό, τις πρωινές ακτίνες του ήλιου να φωτίζουν την ανατολική ορθοπλαγιά του Pelmo που βρισκόταν ακριβώς από πάνω μας. Πρωινό και πέρνουμε ένα εναλλακτικό μονοπάτι θα μας έβγαζε στο San Vito de Cadore από μία γρήγορη και απότομη, αλλά θεωρητικά όχι τόσο όμορφη διαδρομή. Μικρό το κακό γιατί και η διαδρομή είχε αρκετά όμορφη θέα τόσο στο Pelmo, όσο και στα απέναντι Sorapis και Antelao και η σκέψη μας ήταν πλέον στο πώς θα καταφέρναμε να προλάβουμε το λεωφορείο των 11.30 γιατί μας περίμενε και η Βενετία...


Άφιξη στο San Vito di Cadore.
Αυτό ήταν, φτάσαμε








Κάποια συμπεράσματα
Θέλει προσπάθεια για να χαθείς στους Δολομίτες
 Πάντα όταν περπατάει κανείς στο εξωτερικό αναπόφευκτα κάνει κανείς συγκρίσεις με την Ελλάδα, πόσο οργανωμένα είναι, μήπως το παρακάναν με την ανάπτυξη κλπ. Η όλη συζήτηση είναι βέβαια μάταιη για όποιον σαν και εμάς αποκτάει μία αποσπασματική εικόνα με 2-3 μέρες περπάτημα εκεί. 
  Τα μονοπάτια είναι ομολογουμένως καταπληκτικά: χωρίς να φτάνουν σε υπερβολές και αν γίνονται δασικοί δρόμοι, είναι αρκετά ξεκάθαρα και σηματοδοτημένα για να μην μπορεί κανείς να χαθεί. Το τοπίο είναι όντως ξεχωριστό, ιδιαίτερα οι ορεινοί όγκοι, οι οποίοι άλλωστε είναι και το χαρακτηριστικό των Δολομιτών. Οι οποίοι όγκοι δεν ξεπερνάνε τα 3000-3500 μέτρα υψόμετρο, ώστε να τα νιώθεις δίπλα σου, χωρίς να ανεβαίνεις ιδιαίτερα ψηλά. Μιλάμε για ένα ορεινό όγκο τόσο μεγάλο ώστε να μπορείς να συνδυάσεις διαδρομές κινούμενος για μέρες σε μονοπάτια. Βέβαια αν θέλει κανείς μπορεί να έχει σαν βάση κάποιο χωριό και να κάνει ημερήσιες διαδρομές, ποδήλατο, ferrata, αλλά εκεί το κόστος εκτοξεύεται αφού η διαμονή σε ξενοδοχεία είναι πανάκριβη. 
  Από την άλλη μιλάμε για μία περιοχή στην οποία δημιουργήθηκε ουσιαστικά η έννοια του αλπινισμού και του χειμερινού τουρισμού εδώ και 50 χρόνια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το οδικό δίκτυο να είναι πολύ πυκνό, τα χιονοδρομικά να βρίσκονται παντού, ενώ δεν λείπουν και ακρότητες όπως το σκι με ελικόπτερο. Έτσι σε κανένα σημείο δεν νιώθει κανείς into the wild. Εμείς πάντα βρισκόμασταν σε απόσταση μικρότερη από 4-5 χιλιόμετρα από επαρχιακή οδό, ενώ ο δρόμος που συνέχιζε από το ξενοδοχείο, είχε ένα πέρασμα (passo Giaiu) με μεγαλύτερο υψόμετρο από αυτό που φτάσαμε εμείς. Σε αυτό τα βουνά της Ρούμελης ή της Πίνδου υπερτερούν. Βέβαια μαθαίνω ότι προσπαθούν να βάλουν κάποια όρια, όπως η απογόρευση του σκι με ελικόπτερο στη Marmolada κλπ. 
  Τέλος ο φόβος του αγνώστου στο εξωτερικό και η ανάγκη να έχεις κλεισμένη διαμονή σε "κρατάει" ώστε τελικά να επιλέγεις μία διαδρομή χαμηλότερη από το επιπεδο σου. Αυτό πάθαμε και εμείς. Την επόμενη φορά θα ήθελα να πήγαμε πιο off season έτσι ώστε να επιλέξω τη διαδρομή εκείνη τη στιγμή με βάση και τον καιρό και τη διάθεση της στιγμής, ή το πιθανότερο  να έκλεινα σε ένα καταφύγιο σαν βάση και να έκανα μονοήμερες πορείες και ferrata που μου έμειναν απωθημένο.

 Συμβουλές για όποιον ήθελε να κάνει κάτι αντίστοιχο.
 Δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος, αφού ούτε ιδιαίτερα έμπειρος είμαι, ούτε κάναμε κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Ωστόσο μια που ξεκίνησα να γράφω, ας το κλείσω έτσι.
  Λοιπόν οποιοσδήποτε έχει μία κάποια εμπειρία και εξοπλισμό σχετικό με πεζοπορία μπορεί να περπατήσει στους Δολομίτες. Υπάρχουν διαδρομές για όλους, ακόμα και οι ευκολότερες χαρίζουν πανοραμική θέα στους βράχους. Η σήμανση είναι πυκνή σε βαθμό σχεδόν κουραστική, πυξίδα και γνώσεις προσανατολισμού δεν χρειάζονται, αυτό που χρειάζεται είναι ένας χάρτης 1:50000 π.χ. Tabacco που πωλούνται στα χωριά, για να μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη σήμανση, να βρει εναλλακτικές στη διαδρομή και να αναγνωρίσει τα βουνά που βλέπει. Από εξοπλισμό πρέπει να πάρει κανείς πλήρη χειμερινό εξοπλισμό πλην πιολέ κραμπόν. Εμείς π.χ. χρησιμοποιήσαμε φλις, ισοθερμικά, αδιάβροχο τζάκετ, χειμερινό υπνόσακο (στο καταφύγιο δεν έχει σόμπες και το βράδυ κάνει κρύο. Είμαστε τυχεροί γιατί βρήκαμε καλό καιρό, αλλιώς είμαι σίγουρος ότι θα χρησιμοποιούσαμε και γάντια, σκούφους. Όσον αφορά την πρόσβαση υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει κανείς ΜΜΜ, όπως εμείς, αλλά αυτό σε περιορίζει κάπως. Το ιδανικό είναι να έχει κανείς χρόνο και αν είναι παρέα 4 ατόμων τουλάχιστον, ώστε να ταξιδέψει με ΙΧ από Ελλάδα. Έτσι μπορεί να έχει πρόσβαση σε highlights οπως το Tre cime di Lavaredo ή σε πιο απομακρυσμένες περιοχές που αλλιώς θα απαιτούσαν ταξί ή νοικιασμένο αμάξι. 
φώτο Κ. Καταβούτας